δηλώνω


δηλώνω
δηλώνω, δήλωσα βλ. πίν. 3

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • δηλώνω — (AM δηλῶ, όω Μ και δηλώνω) [δήλος] 1. αναφέρω, λέγω («δήλωσε τα εξής», «δηλώσω δὲ καὶ τόδε») 2. φανερώνω, αποκαλύπτω («τον έρωτα εδήλωσαν που χαν εις την αγάπην», «κάρτα μοι σαφώς ἐδήλωσας κακά») 3. ερμηνεύω, εξηγώ («δηλώσει τα αινίγματα και τα… …   Dictionary of Greek

  • δηλώνω — [дилоно] р. заявлять, объявлять …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • δηλώνω — δήλωσα, δηλώθηκα, δηλωμένος 1. αναφέρω, φανερώνω, κάνω κάτι γνωστό: Πρέπει να δηλώσεις στην εφορία όλη την ακίνητη περιουσία σου. 2. δείχνω,σημαίνω, έχω αυτό το νόημα: Οι πράξεις του δηλώνουν το αντίθετο από αυτό που δηλώνουν τα λόγια του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φημί — ΝΜΑ, και δωρ. τ. φαμί και αιολ. τ. φᾱμι Α νεοελλ. (λόγια φρ.) «αυτός έφα» χρησιμοποιείται για να δηλώσει γνώμη που έχει εκφραστεί από αυθεντία, χωρίς να επιδέχεται καμιά αμφισβήτηση, και η οποία προέρχεται από τη φράση που χρησιμοποιούσαν οι… …   Dictionary of Greek

  • καταφατίζω — (Α) δηλώνω, υπόσχομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + φατίζω «δηλώνω, υπόσχομαι»] …   Dictionary of Greek

  • παρεμφαίνω — ΝΑ [εμφαίνω] φανερώνω κάτι με έμμεσο ή πλάγιο τρόπο («τὴν αὑτοῡ παρεμφαῑνον ὄψιν», Πλάτ.) νεοελλ. υποδηλώνω, υποσημαίνω αρχ. 1. δηλώνω, δείχνω, παρουσιάζω («κακοἡθως δὲ παρεμφαίνουσιν οἱ κωμικοί», Πλούτ.) 2. (για οσμή) μοιάζω («παρεμφαίνειν ὀσμήν …   Dictionary of Greek

  • προδηλώ — όω, Α 1. καθιστώ κάτι φανερό εκ τών προτέρων 2. δηλώνω σαφώς, πλήρως 3. δίνω από πριν οδηγίες, υποδείξεις σε κάποιον να κάνει κάτι 4. (η μτχ. μέσ. ενεστ.) προδηλούμενος, ένη, ον (σχετικά με πρόσ.) αυτός που προαναφέρθηκε. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * +… …   Dictionary of Greek

  • προδιασημαίνομαι — Μ δηλώνω κάτι εκ τών προτέρων («ἀρκοῡντα προδιασημηνάμενος τοῑς πειρωμένοις παίζειν ἐν οὐ παικτοῑς», Ακτουάρ. Ιωάνν.). [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + διασημαίνω «δηλώνω, φανερώνω κάτι με σήματα»] …   Dictionary of Greek

  • προσδηλώ — όω, Α δηλώνω επί πλέον. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + δηλῶ «δηλώνω»] …   Dictionary of Greek

  • συνεπιδηλώ — όω, Μ δηλώνω φανερά μαζί με κάποιον άλλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + ἐπιδηλῶ «δηλώνω φανερά»] …   Dictionary of Greek